Αμφορέας


  Αγγείο με δύο λαβές (ή ώτα, γι’ αυτό ονομαζόταν και δίωτος ή δίωτος στάμνος ή καδίσκος) και σχήμα ωοειδές, χωρίς συγκεκριμένο μάκρος. Το όνομα αμφορεύς είναι σύνθετο, αποτελούμενο από το επίρρημα αμφί και το ρήμα φέρειν. O αρχαίος τύπος της λέξης είναι αμφιφορεύς (Ιλ. Ψ 170, Οδ. Κ 161, Ανθ. Παλ. 13, 19). Τα υλικά από τα οποία κατασκευάζονταν οι αμφορείς ήταν τις περισσότερες φορές ο πηλός, αλλά και ο χαλκός, το ασήμι, το μάρμαρο, το αλάβαστρο ή και το γυαλί. Οι αμφορείς αποτελούν πραγματικά έργα τέχνης, όχι μόνο για το σχήμα τους αλλά και για τις παραστάσεις που απεικονίζονται στο σώμα των αγγείων, οι οποίες έχουν δώσει πολλές πληροφορίες όσον αφορά την καταγραφή και μελέτη των συνηθειών και του τρόπου ζωής των αρχαίων Ελλήνων. Οι αμφορείς συνέβαλαν σημαντικά στην ανάπτυξη της τέχνης της αγγειογραφίας.

  Οι αμφορείς χρησιμοποιούνταν για αποθήκευση κρασιού, λαδιού, σταφυλιών, δημητριακών, ψαριών και άλλων τροφίμων. Επίσης, στο εμπόριο το χρησιμοποιούσαν ως δοχείο μεταφοράς. Στην αρχαία Ελλάδα και στη Ρώμη χρησιμοποιήθηκε και σαν επίσημο μέτρο χωρητικότητας υγρών. Στην Ιλιάδα αναφέρεται χρήση του ως τεφροδόχου, αλλά και από ανασκαφές που έχουν γίνει στον ελλαδικό χώρο και στις ελληνικές αποικίες, προκύπτει ότι συνηθιζόταν η ταφική χρήση του. Κατά τη γεωμετρική περίοδο τοποθετούνταν αμφορείς πολύ μεγάλου μεγέθους, με οριζόντιες λαβές πάνω σε τάφους ως σήματα, ενώ στην ύστερη γεωμετρική περίοδο τοποθετούνταν μικρότεροι αμφορείς με κάθετες λαβές, οι οποίες, όπως και το στόμιο ή ο ώμος, πολλές φορές διακοσμούνταν με ανάγλυφα φίδια. 

  Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (1,15) ο αμφορέας χρησίμευε και ως μετρητής, "μέτρον ρευστών", ο οποίος είχε τη δυνατότητα να χωρέσει "εξ χοάς".

Αττικός γεωμετρικός αμφορέας, 755 - 750 π.α.χ.χ., ο οποίος αποδίδεται στον Ζωγράφο του Διπύλου. Απεικονίζεται πρόθεση νεκρού.

 

  Στα δικαστήρια της αρχαίας Αθήνας χρησιμοποιούσαν χάλκινο ή πήλινο αμφορέα για τη συλλογή των ψήφων καθώς και πήλινο αμφορέα (όπως και την κλεψύδρα) για τον υπολογισμό και καθορισμό του χρόνου των αγορεύσεων της κατηγορίας, της απολογίας και της ψηφοφορίας των δικαστών («μετρητής αμφορεύς»), τον οποίο γέμιζαν με νερό και η ροή του καθόριζε τη διάρκεια των αγορεύσεων και περιλάμβανε 14 περίπου οκάδες νερού, ήταν όμως δυνατόν, σε δίκες ιδίως κληρονομικές, όπου εγείρονταν πολλά ζητήματα, να επιτραπούν περισσότερες μονάδες αμφορέων νερού και χοών («ΕΞ ΑΝΑΓΚΗΣ ΓΑΡ ΗΝ ΤΩΝ ΑΡΧΟΝΤΙ ΑΜΦΟΡΕΑ ΕΚΑΣΤΩι ΤΩΝ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΝΤΩΝ ΚΑΙ ΤΡΕΙΣ ΧΟΑΣ ΤΩ ΥΣΤΕΡΩι ΛΟΓΩι» Δημοσθ. Προς Μακαρτ. 8). Ο χάλκινος αμφορέας (κύριος ή πρότερος) ήταν οριζόντια χωρισμένος σε δύο μέρη και είχε σκέπασμα στη μέση, για να εξασφαλίζεται η μυστικότητα της ψήφου και επιμήκη οπή, ικανή για μία μόνη ψήφο. Όταν τα συμφέροντα στη δίκη ήταν πολλά, τοποθετούνταν τόσες κάλπες όσες και οι «αμφισβητήσεις» (Ισαίου περί του Αγνιου κλήρου 21, «ΚΑΔΙΣΚΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΤΙΘΕΝΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟΝ» Δημοσθ. Προς Μακαρτ. 10).

  Ένα ακόμα είδος αμφορέα ήταν και ο Παναθηναϊκός. Αυτούς τους αμφορείς τους γέμιζαν λάδι από τις ιερές ελιές της Αθηνάς στην Ακαδημία, τις «μόριαι ελαίαι». Τα ελαιόδεντρα αυτά καλούνταν έτσι διότι θεωρούνταν πως πολλαπλασιάστηκαν από καταβολάδες που αποσπάστηκαν από την πρωταρχική ελιά της Ακρόπολης. Από αυτά τα ελαιόδεντρα λαμβάνει ο Ζευς το προσωνύμιο Μόριος, ως προστάτης και φύλακας των ιερών αυτών ελαιοδέντρων. Οι Παναθηναϊκοί αμφορείς είναι αττικά μελανόμορφα αγγεία που έχουν ύψος 70 εκατοστά περίπου, με φαρδύ σώμα, χαμηλό και στενό λαιμό και μικρή βάση. Η χωρητικότητά του ήταν ένας μετρητής λάδι, δηλαδή 38 κιλά περίπου. Τα αγγεία αυτά, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, τα γέμιζαν με λάδι και τα έδιναν ως έπαθλα στους νικητές των Μεγάλων Παναθηναίων, που γιορτάζονταν κάθε 4 χρόνια από τους Αθηναίους προς τιμήν της προστάτιδας της πόλης τους, Θεάς Αθηνάς. Οι παλαιότεροι Παναθηναϊκοί αμφορείς που σώζονται χρονολογούνται από την πρώτη διεξαγωγή των Μεγάλων Παναθηναίων, γύρω στο 560 π.α.χ.χ., ενώ οι πιο πρόσφατοι χρονολογούνται στις αρχές του 4ου αιώνα μ.α.χ.χ. Από αυτά τα διασωθέντα αγγεία υπάρχει δυνατότητα παρακολούθησης της εξέλιξης του σχήματος και της διακόσμησής του κατά τη διάρκεια χιλίων ετών. Ο διάκοσμός τους σε αυτή την περίοδο της χιλιετίας δεν παρουσίασε σημαντικές μεταβολές. Στην κύρια όψη τους, όπου υπάρχει η επιγραφή ΤΩΝ ΑΘΗΝΗΘΕΝ ΑΘΛΩΝ, απεικονίζεται η Αθηνά Πρόμαχος πάνοπλη, η οποία έχει και στις πλευρές από έναν κίονα και έως τα τέλη του 5ου αιώνα π.α.χ.χ. επάνω στους κίονες στέκεται ένας πετεινός, ο οποίος συμβολίζει το αγωνιστικό πνεύμα. Στην πίσω όψη απεικονίζεται το αγώνισμα στο οποίο

ο αθλητής πρώτευσε και έπαιρνε στον αμφορέα με το λάδι ως έπαθλο. Έχουν σωθεί Παναθηναϊκοί αμφορείς, έργα σημαντικών αγγειογράφων των εργαστηρίων του αττικού Κεραμεικού, που δούλευαν με τον μελανόμορφο ρυθμό (Λυδός, Εξηκίας) αλλά και με τον ερυθρόμορφο (Ζωγράφος του Βερολίνου, του Κλεοφράδη, του Μαρσύα, του Αχιλλέα). Η διακόσμηση γίνονταν πάντα με τον μελανόμορφο ρυθμό, για θρησκευτικούς λόγους. Έχουν βρεθεί Παναθηναϊκοί αμφορείς των ελληνιστικών χρόνων, οι οποίοι είχαν φτιαχτεί για να δοθούν ως έπαθλα σε νικητές μουσικών αγωνισμάτων και η διακόσμησή τους είχε γίνει πάνω σε λευκό επίχρισμα. Στους Παναθηναϊκούς αμφορείς του 4ου αιώνα π.α.χ.χ. αναγράφεται το όνομα του επώνυμου άρχοντα του έτους κατασκευής τους, ενώ στους ελληνιστικούς χρόνους αναγράφονται ονόματα άλλων αξιωματούχων (π.χ. αγωνοθετών).
  Οι αμφορείς διακρίνονται σε αρκετούς τύπους ανάλογα με τη χρήση που τους γίνονταν και ταξινομούνται σε αμφορείς με λαιμό και κωδωνόσχημους (μονοκόμματους). Οι αμφορείς με λαιμό έχουν ωοειδές σώμα, ευδιάκριτο λαιμό με παχύ στόμιο, δύο κάθετες λαβές και βαρύ στήριγμα. Αυτοί οι αμφορείς ταξινομούνται σε Nola, Παναθηναϊκούς, Νικοσθενικούς και οξυπύθμενους, που αντί για επίπεδη βάση είχαν μυτερή προέκταση. Οι κωδωνόσχημοι έχουν συνεχόμενη κατατομή από το στόμιο μέχρι τη βάση. Υπάρχουν αμφορείς μελανόμορφοι και ερυθρόμορφοι, ζωγραφισμένοι με ανθέμια, μαιάνδρους, διάφορες σκηνές στο σώμα κ.ά. Όμως αρχαιότεροι είναι οι αμφορείς της γεωμετρικής εποχής, οι οποίοι διακοσμούνταν με γεωμετρικά σχήματα, ταινίες, ομόκεντρους κύκλους, ηλιακά σύμβολα κ.ά. Άλλοι τύποι αμφορέων είναι ο Τυρρηνικός, ο οποίος έχει ψηλό κορμό και εμφανίστηκε στα μέσα του 6ου αιώνα π.α.χ.χ., του Εξηκία και άλλων εργαστηρίων, από τους οποίους οι περισσότεροι έχουν πλατύ σώμα.

  Ο αμφορέας Nola, ο οποίος ονομάστηκε έτσι από τον αρχαιολογικό χώρο, στον οποίο αποκαλύφθηκαν πολλοί αμφορείς του είδους του, εμφανίστηκε στα εργαστήρια στις αρχές του 5ου αιώνα π.α.χ.χ. και εξαφανίστηκε προς το τέλος του ίδιου αιώνα. Αυτό το είδος αμφορέα συνήθως έχει ύψος 30 εκατοστών, ευδιάκριτο λαιμό, λαβές και σταθερή βαριά βάση. Ο αμφορέας Nola διακοσμούνταν με σκηνές στο σώμα και στο πιο χαμηλό σημείο ζωγραφίζονταν μαίανδροι.

  Ο οξυπύθμενος αμφορέας χαρακτηρίζεται έτσι από την μυτερή προέκταση που έχει αντί για επίπεδη βάση. Αυτοί οι αμφορείς τοποθετούνταν επάνω σε ειδική στήλη ή στήριγμα ή έθαβαν τη βάση στο χώμα. Οξυπύθμενος ήταν και ο αμφορέας μεταφοράς, ο οποίος είχε ύψος έως και 70 εκατοστά και το χρησιμοποιούσαν συνήθως στη μεταφορά κρασιού. Η μυτερή βάση πιθανόν να χρησίμευε για την εξοικονόμηση χώρου στην αποθήκευση των αγγείων, πολλές φορές στις αποθήκες κρεμούσαν τις βάσεις πάνω στις οποίες τοποθετούνταν οι αμφορείς. Βρέθηκαν αμφορείς μεταφοράς οι οποίοι ήταν σφραγισμένοι στις λαβές με το έτος συγκομιδής.

  Στο εργαστήριο του Νικοσθένη, το 530 π.α.χ.χ. περίπου, κατασκευάστηκε ένας αμφορέας, του οποίου το ύψος δεν ξεπερνούσε τα 30 εκατοστά. Είχε ωοειδές σώμα, ψηλό λαιμό, μία πλατειά λαβή αμφίπλευρα και πλατειά βάση. Αυτό το είδος αμφορέα ονομάστηκε Νικοσθενικός, από το όνομα του κατασκευαστή του. Οι Νικοσθενικοί αμφορείς διακοσμούνταν και με τους δύο ρυθμούς, ερυθρόμορφο και μελανόμορφο.

  Ο πλατύσωμος αμφορέας είχε ωοειδές σώμα με συνεχή κατατομή από το στόμιο μέχρι τη βάση και δύο λαβές. Ο τύπος Α έχει επίπεδες λαβές, ο Β κυλινδρικές και ο Γ στρογγυλεμένο στόμιο και κυλινδρικές λαβές. Οι αγγειογράφοι απεικόνιζαν επάνω στο σώμα τη διακοσμητική σκηνή και μια ακτινωτή διάταξη κοσμούσε το κάτω μέρος του σώματος.

  Οι ψευδόστομοι αμφορείς είχαν διάφορα μεγέθη, φτάνοντας σε χωρητικότητα μέχρι τα 12 – 14 λίτρα. Οι μικρότεροι χρησίμευαν για το αρωματικό λάδι και είχαν στρογγυλό σώμα, χαμηλή βάση, ψηλό και στενό στόμιο. Από ανασκαφές προκύπτει ότι αυτό το είδος αμφορέα ήταν σε χρήση από τη μυκηναϊκή εποχή. Επίσης, οι μεγαλύτεροι ψευδόστομοι αμφορείς χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά ελαιόλαδου, οι οποίοι έφεραν μερικές φορές επιγραφές ή σφραγίδες, που δήλωναν την προέλευση του περιεχομένου τους.

Επιστροφή στα περιεχόμενα